ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Του ΝΕΣΤΟΡΑ ΝΕΣΤΟΡΙΔΗ*

Τον τελευταίο καιρό διεξάγεται ένας ενδιαφέροντας διάλογος στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην υπόλοιπη Αριστερά, σχετικά με το υποκείμενο (και τα χαρακτηριστικά που θα έχει εκείνο) που έχει ανάγκη ο λαός, ώστε μετά από τρία χρόνια συνεχούς κοινωνικής λεηλασίας να βάλουμε οριστικά τέλος στη μνημονιακή κατρακύλα και να τεθούν οι βάσεις για την κοινωνική απελευθέρωση. Είναι ο καιρός όπου πρέπει να δούμε τα λάθη και τις παραλείψεις μας, να σκύψουμε πάνω σε αυτά και να προσπαθήσουμε να τα διορθώσουμε τάχιστα, καθώς ο πολιτικός χρόνος πλέον μετράει αντίστροφα για τον πολύπαθο λαό μας, και πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν ώστε να πέσει τάχιστα η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, με προοδευτικούς όρους.

Είναι προφανές πως πρέπει να έχουμε ένα ΣΥΡΙΖΑ ριζοσπαστικό, που να αναλύει σωστά τα γεγονότα, να ανιχνεύει τις αιχμές που είναι ικανές να συσπειρώσουν κοινωνική πλειοψηφία και να πλήξουν κατάστηθα το σύστημα εκμετάλλευσης που έχει οικοδομήσει το ντόπιο και ευρωπαϊκό κατεστημένο και θα ανοίγουν το δρόμο προς το σοσιαλισμό. Χαρακτηριστικά, απαραίτητη προϋπόθεση για να ανοικοδομηθεί ή χώρα (και όχι απαραίτητα σε επαναστατική-σοσιαλιστική κατεύθυνση, αλλά και με αστικούς όρους) είναι η μη-αναγνώριση του χρέους και η μονομερής διαγραφή του. Φυσικά, τυχόν δανειστές του Δημοσίου που θα πληγούν (νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία ελληνικά και ξένα, πανεπιστήμια κλπ) θα αποζημιωθούν κατόπιν διαπραγμάτευσης με το ελληνικό δημόσιο. Είναι όμως σημαντικό να ανατρέψουμε τη σχέση δανειστή-οφειλέτη, ώστε να μην είμαστε πλεόν έρμαιο των ξένων τραπεζών αλλά και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών ΕΕ—ΕΚΤ-ΔΝΤ (που κατέχουν πλέον το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους). Εδώ να υπενθυμίσουμε πως ο ίδιος ο Λένιν είχε αρνηθεί να αναγνωρίσει τα χρέη της Ρωσίας που απέρρεαν από το καθεστώς που επικρατούσε πριν τη μεγάλη Ρωσική επανάσταση. Μία τέτοια κίνηση διαγραφής χρέους, όχι απλά δεν συνιστά «εθνική απομόνωση» αλλά είναι μία κατεξοχήν διεθνιστική πράξη, η οποία θα δείχνει στους υπόλοιπους χειμαζόμενους λαούς ότι δεν χρειάζεται να πληρώνουν εσαεί τα σπασμένα του καπιταλιστικού συστήματος. Είναι πολύ σημαντικό επίσης και το γεγονός πως το διεθνές δίκαιο σε τέτοιες περιπτώσεις ευνοεί πάντα την χώρα-οφειλέτη.

Φυσικά, για να γίνει μία τέτοια κίνηση πρέπει να ανακτηθεί η απολεσθείσα εθνική κυριαρχία. Να καταγγελθούν μονομερώς και άμεσα οι δανειακές συνθήκες, οι οποίες περιέχουν όρους πέρα για πέρα αποικιοκρατικούς, όπως η απεμπόληση από την ασυλία του κράτους, που εκπορεύεται από την εθνική κυριαρχία, αλλά και κάθε άλλης ασυλίας, τωρινής και μελλοντικής. Σήμερα τα θέματα της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας οφείλουν να μπουν από την Αριστερά στο δημόσιο διάλογο. Για να μπορέσει η εργατική τάξη να έρθει στην εξουσία, πρέπει πρώτα ο λαός να γίνει «αφέντης στον τόπο του», και κατά τη διάρκεια αυτής της πάλης, η εργατική τάξη να τεθεί επικεφαλής αυτού του αγώνα, εκφράζοντας τις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας. Μία Αριστερά φοβική, που δεν θα βάζει τέτοια κυρίαρχα ζητήματα μοιραία περιθωριοποιείται και απαξιώνεται, ενώ το κενό πάντα καλύπτεται (όπως έγινε στην Ιταλία). Σήμερα, όπου η κρίση έχει οδηγήσει σε οξύ έλλειμα δημοκρατίας σε πανευρωϊκό επίπεδο, τα ζητήματα δημόκρατίας και κυριαρχίας μπορούν να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο και να κινητοποιήσουν και να ριζοσπαστικοποιήσουν πλατιά λαϊκά στρώματα που μέχρι χθες δεν είχαν καμία σχέση με την Αριστερά.

Μία άλλη αιχμή που πρέπει να μπει από την Αριστερά είναι η άμεση εθνικοποίηση των τραπεζών και η επανεθνικοποίηση όλων των δημόσιων επιχειρήσεων που ξεπουλήθηκαν κατά την μνημονιακή τριετία. Είναι αδιανόητο τόσα χρόνια το κράτος να χρεώνεται για να στηρίζει τις τράπεζες, χωρίς εκείνες να αλλάζουν ιδιοκτησία. Πέρα όμως από το «ηθικό» του ζητήματος (το οποίο όμως είναι πολύ χρήσιμο με όρους επικοινωνίας), είναι πολύ κρίσιμο το ποιος θα διαχειριζεται τις τράπεζες όταν τα πράματα αλλάξουν. Αν εκείνες παραμείνουν στα χέρια των ελλήν μεγαλοκαπιταλιστών ή των ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ, είναι δεδομένο πως η κυνέρνηση της Αριστεράς θα είναι πολύ εύκολος στόχος απέναντι σε εκβιαστικά διλλήματα που θα μπαίνουν είτε από το ντόπιο κατεστημένο, είτε από έξωθεν ιμπεριαλιστικά κέντρα. Εκτός αν θεωρούμε πως στο άμεσο μέλλον είναι πιθανή μία «σοσιαλιστική» μετατροπή της ΕΕ, κάτι που δεν φαίνεται πολύ πιθανό, αν υπολογίσουμε πως τόσα χρόνια και παρά τα μεγαλειώδη κινήματα που αναπτύχθηκαν σε χώρες του Νότου (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, αλλά και εκλογικό αποτέλεσμα Ιταλίας), η πολιτική της ΕΕ όχι μόνο δεν στρέφεται σε προοδευτική κατεύθυνση, αλλά όσο πάει γίνεται αντιδραστικότερη (βλ. Κύπρος).

Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα πρέπει πλέον να έχει αυταπάτες για τον αντιδραστικό θεμελειακά ρόλο που επιτελεί πλέον η ΕΕ και να μην υπόχωρεί σε κανένα «τρομοκρατικό» δίλημμα που τίθεται σε σχέση με το νόμισμα. Γνωρίζοντας ότι τέτοιοι εκφοβισμοί αποτελούν ένα όπλο στη φαρέτρα των «από πάνω», πρέπει να έχουμε έτοιμες απαντήσεις και σχέδια, όχι απλά επεξεργασμένα από μία κλειστή ομάδα «ειδικών», αλλά ζυμωμένα στα λαϊκά στρώματα, ώστε εκείνα να μην υποκείπτουν κάθε φορά στον εκάστοτε εκβιασμό που τίθεται (και όχι μόνο από ντόπιες δυνάμεις, αλλά και από «προοδευτικούς ευρωπαίους συμμάχους» όπως έκανε ο Ολάντ προεκλογικά). Το σύνθημα «καμία θυσία για το Ευρώ» πρέπει να γίνει ,σε ουσιαστικό επίπεδο, κοινό κτήμα όλου του ΣΥΡΙΖΑ και να προωθηθεί περαιτέρω, μετά τα συμπεράσματα που έχουν εξαχθεί από την τραγωδία της Κύπρου, τα οποία αποτίμησε με πολύ ορθό τρόπο η ίδια η Κυπριακή Αριστερά του ΑΚΕΛ.

Κεφαλαιώδες ζήτημα ,όμως, είναι και το με ποιους όρους όρους φθάνουμε στην κυβέρνηση, κάτι που σίγουρα επηρεάζει και τον ίδιο το χαρακτήρα της αυριανής –ποθητής από όλους μας- κυβέρνησης της Αριστεράς. Είναι ξεκάθαρο πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρεθεί στην εξουσία ως το αποτέλεσμα ενός μεγαλειώδους, ρωμαλέου, παλλαϊκού κινήματος το οποίο θα σαρώσει την μνημονιακή-τρικομματική συγκυβέρνηση. Τέτοιο κίνημα όμως δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί αποκλειστικά από το «αυθόρμητο» του λαού. Το ριζοσπαστικό υποκείμενο που θέλουμε να οικοδομήσουμε πρέπει να παρεμβαίνει στο κίνημα και να αξιοποιεί το αυθόρμητο, μετατρέποντας το σε συνειδητή πολιτική πράξη της οποίας τελικός στόχος θα είναι η ανατροπή της υφιστάμενης πολιτικής. Αντιλήψεις που αποθεώνουν το «αυθόρμητο» και τραβάνε από τα μαλλιά την –σε ένα βαθμό υπαρκτή- αυτονομία των κινημάτων είδαμε ότι είναι ανεπαρκείς. Το παράδειγμα των εκπαιδευτικών, των εργαζομένων στο μετρό, στη Χαλυβουργία κλπ, δείχνει ότι από εδώ και πέρα κάθε αγώνας θα κινείται μεταξύ σφύρας και άκμονος και θα αποκτάει κεντρική πολιτική σημασία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βγάλει τα αναγκαία πορίσματα του από τις παραπάνω εμπειρίες και να αναθεωρήσει τάχιστα την αντίληψη του σχετικά με τη σχέση κινήματος και κόμματος. Δεν πρέπει απλά να παρεμβαίνει στα κινήματα, αλλά (μαζί με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς) να τους δίνει πνοή, στόχευση και να τα οργανώνει. Ακόμα χειρότερα, δεν πρέπει να αποκτήσει ρόλο «κυανόκρανου παρατηρητή» ή «έξωθεν σχολιαστή», όπως εύστοχα παρατηρεί η Αριστερή Πλατφόρμα στην συμβολή της στον προσυνεδριακό διάλογο.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεχίσει να είναι ένα κόμμα πολυτασικό, με ελεύθερη διακίνηση ιδεών, αλλά και κατοχύρωση της αναγνώρισης της μειοψηφικής άποψης στα όργανα (στην ΚΕ κυρίως). Σε κάτι τέτοιο συμβάλλει η παράδοση που έχει κληρονομηθεί από τον ΣΥΝ με τις διακριτές λίστες, οι οποίες πέραν της κατοχύρωσης του ρόλου της μειοψηφικής άποψης, πολιτικοποιούν σημαντικά τις εσωτερικές διαδικασίες, καθώς ο καθένας μας καλείται να ψηφίσει πρωτίστως μία πολιτική άποψη και δευτερευόντως ένα πρόσωπο (το οποίο είναι πιθανό και να μην γνωρίζει καν σε ένα συνέδριο με πανω από 3000 συνέδρους). Επίσης βασικό συστατικό δημοκρατίας είναι ο σεβασμός στις ψηφισμένες αποφάσεις, των οποίων ο χαρακτήρας δεν θα πρέπει να ακυρώνεται από τοποθετήσεις στα ΜΜΕ κεντρικών στελεχών σε δεύτερο χρόνο. Αυτό φυσικά δεν αποκλείει τον κάθε σύντροφο να εκφράζει τις δικές του απόψεις, με την προϋπόθεση όμως ότι διευκρινίζει ότι πρόκειται για προσωπικές, χωρίς να προσπαθεί να τις αποδώσει στο ΣΥΡΙΖΑ.

Όλες οι παραπάνω σκέψεις θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε ένα γενικότερο πλέγμα προτάσεων, που θα υιοθετηθούν από το προσεχές συνέδριο και θα αποτελέσουν το εφαλτήριο για ένα δεύτερο κύμα ριζοσπαστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα συνέδριο από το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει βγει ακόμα πιο ριζοσπαστικός, πιο δυνατός, πιο εξωστρεφής, έτοιμος να πρωτοστατήσει στον αγώνα απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές και στις αντιδημοκρατικές εκτροπές που συντελούνται στη χώρα μας και στην Ευρώπη και που θα ανοίξει επιτέλους διάπλατα το δρόμο για την κοινωνική απελευθέρωση και το σοσιαλισμό.

*O Νέστορας Νεστορίδης είναι μέλος της  ΤΟ ΣΥΡΙΖΑ Παρισιού

Laisser un commentaire

Entrez vos coordonnées ci-dessous ou cliquez sur une icône pour vous connecter:

Logo WordPress.com

Vous commentez à l'aide de votre compte WordPress.com. Déconnexion / Changer )

Image Twitter

Vous commentez à l'aide de votre compte Twitter. Déconnexion / Changer )

Photo Facebook

Vous commentez à l'aide de votre compte Facebook. Déconnexion / Changer )

Photo Google+

Vous commentez à l'aide de votre compte Google+. Déconnexion / Changer )

Connexion à %s