Κράτος, Εκκλησία και Αριστερά στην Ελλάδα του σήμερα

Του Νέστορα Νεστορίδη

Ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας είναι ένα διαρκές αίτημα της Αριστεράς. Πράγματι, είναι σημαντικό το Κράτος να είναι πραγματικά ουδέτερο απέναντι σε όλες τις θρησκείες, να κατοχυρώνει την ανεξιθρησκεία και να μην μεταβάλλεται σε μηχανισμό προπαγάνδας υπέρ ενός συγκεκριμένου δόγματος, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο μεγάλη απήχηση και αν έχει εκείνο στην κοινωνία. Γιατί η ελευθερία πίστης παραβιάζεται ουσιωδώς όταν ο άνθρωπος γίνεται από μικρό παιδί δέκτης των αντιλήψεων μίας συγκεκριμένης θεολογικής αντίληψης, όταν μάλιστα εκείνες του παρουσιάζονται ως διαχρονικές αλήθειες, τις οποίες είναι αμαρτία να παραβιάσει ή ακόμα και να αμφισβητήσει.

Όλα αυτά πρέπει να είναι προφανώς στα εγγενή χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης, ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πρέπει όμως και να εντάσσονται στο γενικότερο πολιτικό πλαίσιο, ιδιαιτέρως όταν εκείνο είναι το πιο δραματικό, αποσταθεροποιημένο και κρίσιμο μεταπολιτευτικά. Πρέπει να κάνουμε μία συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, ώστε να δούμε πώς θα πρέπει να χειριστούμε το εν λόγω ζήτημα, δίχως να προξενήσουμε περισσότερη ζημιά από όσα οφέλη θα αποκομίσουμε (αν καταφέρουμε να τα αποκομίσουμε).

Το τρέχον πλαίσιο

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα έχει εφαρμοστεί μία ξεκάθαρα ταξική, απάνθρωπη πολιτική, η οποία για να μπορέσει να εφαρμοστεί έχει παραβιάσει κάθε ίχνος δημοκρατίας, κάνοντας κουρελόχαρτο ακόμα και θεμελιώδεις αστικούς πυλώνες, όπως το Σύνταγμα1. Το βιωτικό επίπεδο του εργαζόμενου λαού έχει πέσει σε τραγικά επίπεδα, καταστάσεις που η ελληνική κοινωνία είχε να τις ζήσει εδώ και πολλές δεκαετίες επανεμφανίζονται. Τα «λουκέτα» έχουν πλέον γίνει μία συνηθισμένη κατάσταση, η ανεργία καλπάζει, οι μειώσεις μισθών είναι μία σχεδόν «ευτυχής» κατάσταση (από τη στιγμή που η ύπαρξη μισθού είναι από μόνη της κατόρθωμα, ειδικά για τη νεολαία), η μαζική μετανάστευση των νέων συνεχίζεται δίχως σταματημό κλπ. Τέλος, κατόπιν απαίτησης του ξένου παράγοντα βασικά κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους (όπως η ασυλία του) έχουν απεμποληθεί άνευ όρων και αμετάκλητα, ενώ οι διάφοροι Φούχτελ και Ράιχενμπαχ παρελαύνουν ανενόχλητοι κάνοντας υποδείξεις προς τους ιθαγενείς.

Σε αντίθεση με το μεσαίωνα, η σύγχρονη εκμετάλλευση (στην περίπτωση μας τουλάχιστον) δεν εφαρμόζεται με τη βοήθεια ή την προπαγάνδα της Εκκλησίας. Το κυρίαρχο δόγμα δεν είναι το «αμαρτήσαμε και ο Θεός μας τιμωρεί». Πιο πολύ είναι τα «δεν είμαστε ανταγωνιστικοί», «έχουμε σπάταλο και υπερμέγεθες δημόσιο τομέα» και στη πιο χυδαία του μορφή το «μαζί τα φάγαμε». Πρόκειται δηλαδή για ένα κράμα νεοφιλελεύθερων δογμάτων με στερεότυπα ακραιφνούς μισανθρωπισμού, τα οποία έρχονται να αιτιολογήσουν την ασκούμενη πολιτική, σε συνδυασμό με μεταφυσικούς (αλλά όχι θρησκευτικούς ή θεολογικούς) φόβους που καλλιεργούνται στην κοινωνία, όπως, για παράδειγμα, το ότι θα γυρίσουμε στη λίθινη εποχή αν φύγουμε από το ευρώ (ισχυρισμό που και ένας συνεπής, σοβαρός νεοφιλελεύθερος θα απέρριπτε, καθώς το νόμισμα θεωρείται απολύτως ουδέτερο εργαλείο για την οικονομία σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη).

Ο ρόλος της Εκκλησίας σήμερα

Επιπλέον, δεν μπορούμε πλέον να πούμε για την Εκκλησία, στην ελληνική πραγματικότητα, ότι πρόκειται για έναν πλήρως ελεγχόμενο ιδεολογικό μηχανισμό του Κράτους. Αλλιώς δεν εξηγείται το γιατί δεν βγαίνει μαζικά ο κλήρος (ακόμα και ο ανώτερος) να προπαγανδίσει μνημονιακές επιλογές σε περιόδους ιδιαίτερα κρίσιμες και οριακές (πχ περίοδος πλατειών), αλλά αντιθέτως στις περισσότερες περιπτώσεις τάσσεται εναντίον τους (αν και στην ανώτερη ιεραρχία όχι από τόσο δημοκρατική σκοπιά). Πιο πολύ η Εκκλησία σήμερα στην Ελλάδα είναι ένας σχετικά αυτόνομος θεσμός, με σημαντική επιρροή στην κοινωνία πάνω σε κάποια θέματα, ο οποίος έχει μία ισχυρή σχέση με το Κράτος. Αυτή η σχέση συνίσταται στην σημαντική επιρροή που έχει στο περιεχόμενο της διδακτέας ύλης κυρίως στα Θρησκευτικά, αλλά και στην Ιστορία, στο γεγονός ότι η αναπαραγωγή της –ως δομής- εξαρτάται με υλικούς όρους από το Κράτος καθώς είναι αδύνατον να μισθοδοτήσει από μόνη της τους ιερείς και να συντηρήσει τόσες εκκλησίες πανελλαδικά, χωρίς την κρατική συνδρομή. Από την άλλη και το Κράτος την φοβάται, καθώς ξέρει ότι αν καθ’ οιονδήποτε τρόπο απειλήσει την δυνατότητα αναπαραγωγής της (κυρίως σε υλικό επίπεδο και δευτερευόντως σε ιδεολογικό), τότε ενδέχεται να βρει μπροστά του τεράστιες αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να αποβούν ανεξέλεγκτες, ιδιαιτέρως σε κρίσιμες περιόδους όπως η σημερινή. Αυτό εξηγεί και τη διαφορετική αντιμετώπιση που χαίρει η Εκκλησία, και οι ιερείς, ως δημόσιοι λειτουργοί, σε σχέση με άλλα τμήματα της κοινωνίας σε ότι έχει να κάνει με περικοπές μισθών και λοιπά μέτρα. Από αυτό όμως θα ήταν αυτοκτονικό να συνάγουμε ότι de facto Εκκλησία και ιερείς (δεν τους ταυτίζουμε πλήρως, αλλά δεν μπορούν και να διαχωριστούν ολότελα) είναι με τη μεριά των «από πάνω». Είναι αλήθεια ότι στην ανώτερη ιεραρχία ανθούν οι περιπτώσεις ακροδεξιών, έως και φιλοναζιστών κληρικών. Αυτό εξηγείται από το ότι η Εκκλησία αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του μετεμφυλιακού Κράτους, και ως εκ τούτου πέρασε στους κόλπους της μία ιδιαίτερα αντιδραστική, αντικομμουνιστική κουλτούρα. Παρ’ όλ’ αυτά, αυτό το φαινόμενο δεν είναι πλέον κυρίαρχο, πολύ περισσότερο στον κατώτερο κλήρο, πόσο μάλλον στην αχανή μάζα των πιστών.

Κοντολογίς, οι παράγοντες που οδηγούν στη σημερινή πολιτική είναι τα συμφέροντα του ξένου ιμπεριαλισμού (τα οποία είναι ασύμβατα με μία στοιχειωδώς ανεξάρτητη, ή έστω αυτόνομη, πορεία της χώρας ειδικά σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο), σε συνδυασμό με τα συμφέροντα των εγχώριων μονοπωλίων, τα οποία ακολουθούν μία τακτική «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», δηλαδή προσπαθούν μετά μανίας να επιβιώσουν από τη σημερινή κρίση, ότι συνέπειες και να έχει αυτό για το λαό και τον τόπο, ακόμα και αν δεν βρίσκεται λύση βιώσιμη για την αναπαραγωγή του συστήματος σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η Εκκλησία δε παίζει ενεργό ρόλο στην άσκηση αυτής της πολιτικής. Ούτε την ασκεί, ούτε την επιβάλλει, ούτε την προπαγανδίζει.

Πιθανώς αναγκαίοι ελιγμοί για την επίτευξη του άμεσου τακτικού στόχου

Άρα λοιπόν, το κύριο μέτωπο μας σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία (πρέπει να) είναι απέναντι στον ιμπεριαλισμό και στην εγχώρια αστική τάξη. Αυτή η μάχη δεν θα είναι καθόλου εύκολη. Όπως έχουμε δει σε μία σειρά παραδειγμάτων (Χιλή, Βενεζουέλα ακόμα και Ουκρανία), όταν ο ιμπεριαλισμός θέλει να επιβάλει τα συμφέροντα του και έχει ισχυρούς δεσμούς με την εγχώρια αστική τάξη, δεν του είναι καθόλου δύσκολο να προχωρήσει σε αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος, χρησιμοποιώντας τόσο οικονομικά εργαλεία όσο και παραστρατιωτικές ομάδες, προβαίνοντας σε προβοκάτσιες. Η μόνη αποτελεσματική απάντηση σε τέτοιες καταστάσεις είναι η ενότητα και η αποφασιστικότητα του λαού. Και δυστυχώς, αν αναλογιστούμε την πιο πρόσφατη εμπειρία (θέμα ταυτοτήτων επί Σημίτη) θα καταλάβουμε ότι μία μετριοπαθής μεν, μονομερής δε ενέργεια, μπορεί να προκαλέσει τεράστιες αντιδράσεις από σημαντικά –ως και πλειοψηφικά- τμήματα της κοινωνίας. Αντιλήψεις που ανεξαρτητοποιούν πλήρως θεσμούς (Κράτος, κόμματα, Εκκλησία) από τα υποκείμενα τα οποία συνδιαλέγονται μαζί τους συστηματικά (πολίτες, κομματικά μέλη, θρησκευόμενοι) δεν έχουν βάση.

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι ζούμε σε μία χώρα όπου το 80% του λαού είναι θρησκευόμενο και παράλληλα βρισκόμαστε σε περίοδο οξυμένης ταξικής επίθεσης (όπου είναι επιτακτικότητα για το βιος του κόσμου να βρεθούν άμεσα λύσεις), δεν θα πρέπει να δημιουργούμε περισσότερους εχθρούς από όσους μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Ήδη ο ιμπεριαλισμός και η αστική τάξη είναι πολύ επικίνδυνοι αντίπαλοι από μόνοι τους, δεν χρειάζεται να τους «χαρίσουμε» και την Εκκλησία, με κίνδυνο να χάσουμε σε μία ενδεχόμενη επερχόμενη κοινωνική μάχη την στήριξη ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας. Ή τουλάχιστον, δεν θα πρέπει να δώσουμε πάτημα (δηλαδή τη δυνατότητα) στην Εκκλησία να παρασύρει τους πιστούς με το μέρος της αντίδρασης σε περίπτωση που η ανώτερη Ιεραρχία –για τους δικούς της λόγους- ταχθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο. Δεδομένου ότι για ένα θέμα πολύ πιο μετριοπαθές (όπως οι ταυτότητες) δημιουργήθηκε μείζον ζήτημα με μαζικότατες διαδηλώσεις (σε μία περίοδο μάλιστα που ο νεο-γιαπισμός κάλπαζε, κάτι που δεν ευνοεί την καλλιέργεια θρησκευτικού συναισθήματος), δεν νομίζω ότι είναι παράλογο να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί με τα ενδεχόμενα απότοκα μιας προσπάθειας μονομερούς επιβολής (από τα πάνω με τη μορφή διατάγματος και χωρίς πλειοψηφική κοινωνική γείωση) του πλήρους διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους.

Συμπερασματικά

Πρέπει να δούμε τι είναι εκείνο που προέχει την παρούσα περίοδο. Το κυρίαρχο ζήτημα είναι να καταργηθούν τα μνημόνια, να αλλάξουμε άρδην πολιτικές και να προχωρήσουμε σε παραγωγική ανασυγκρότηση. Όλα αυτά από μόνα τους είναι δύσκολα, λόγω του ότι έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του ντόπιου και του ξένου παράγοντα. Άρα, πρέπει να επιτύχουμε τη μέγιστη λαϊκή ενότητα. Έτσι, ενδεχομένως να χρειαστεί από τη μεριά μας ένας τακτικός συμβιβασμός σε κάποια επιμέρους ζητήματα (πχ πλήρης χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους), ώστε να εξυπηρετηθεί ο σημαντικός σκοπός (ενδυνάμωση της ταξικής πάλης, αποτελεσματική άσκηση πολιτικής υπέρ του εργαζόμενου λαού).

Για το –όντως σημαντικό ζήτημα- της σχέσης Εκκλησίας και Κράτους, θα μπορούσε προσωρινά να βρεθεί ένας συμβιβασμός. Όπως να εξασφαλιστεί υλικά η αναπαραγωγή του μηχανισμού της Εκκλησίας (με χρηματοδότηση από το Κράτος), χωρίς όμως εκείνη πλέον να παρεμβαίνει στο περιεχόμενο των σχολικών συγγραμμάτων (με παράλληλη αντικατάσταση των Θρησκευτικών με μάθημα Θρησκειολογίας). Με προσεκτικές κινήσεις (που οφείλουμε να ομολογήσουμε πως γίνονται, όπως το συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά» που έγινε πέρυσι), μπορεί να βρεθεί ένας κώδικας επικοινωνίας που θα είναι πολύ χρήσιμος ώστε να οδηγηθούμε σε μία προσωρινά αμοιβαία αποδεκτή λύση. Το θέμα του πλήρους διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας πιστεύω ότι θα πρέπει να τεθεί (πάλι σε διάλογο με την Εκκλησία) μόλις η κατάσταση στην χώρα θα έχει σχετικά ομαλοποιηθεί.

Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, αν και είναι προσεκτικά διατυπωμένη, ώστε να αφήνει περιθώρια ελιγμών, είναι (ορθώς) σαφής: διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους2. Είναι σαφές πως από την στιγμή που ξεπρόβαλε η κυβερνητική προοπτική έχει επιχειρηθεί να γίνουν κάποιοι ελιγμοί (πάλι ορθώς, καθώς δεν πρόκειται για το κύριο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα, αρκεί στα κύρια ζητήματα –μνημόνια, χρέος, παραγωγική ανασυγκρότηση κλπ- να μην ενδώσουμε στο παραμικρό, αλλιώς ξεπέφτουμε σε έναν στείρο κυβερνητισμό). Το άσχημο είναι όταν προσωπικές απόψεις (με τις οποίες εγώ συμφωνώ εν τούτοις) παρουσιάζονται στα ΜΜΕ ως κομματικές αποφάσεις, χωρίς μάλιστα προηγούμενως να έχει προηγηθεί κανένας διάλογος στο εσωτερικό του κόμματος, για το ποια θα είναι η τακτική που θα ακολουθήσουμε για το εν λόγω ζήτημα, όταν γίνουμε κυβέρνηση (δηλαδή αν θα πάμε σε λογική ρήξης με μονομερείς ενέργειες ή σε λογική ελιγμών στο θέμα σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους). Αυτό το έλλειμα διαλόγου, που συνοδεύεται από φαινομενικά προειλημμένες αποφάσεις ερήμην των μελών του κόμματος, πέραν του ότι δεν βοηθά στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μελών-Κόμματος, μπορεί να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στο μέλλον. Με το παρόν κείμενο (στο οποίο οι απόψεις που εκφράζονται είναι αυστηρά προσωπικές), αυτό που επιχειρείται είναι να ανοίξει ο διάλογος επί του ζητήματος. Ελπίζω αυτός ο διάλογος να πραγματοποιηθεί και να μην θαφτεί το ζήτημα «κάτω από το χαλάκι», με κίνδυνο στο μέλλον να έρθουμε αντιμέτωποι με δυσάρεστες καταστάσεις.

 

  1. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε τον αντισυνταγματικό τρόπο με τον οποίο έκλεισε η ΕΡΤ. Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο θα πρέπει να υπογράφεται από όλους τους υπουργούς της Κυβέρνησης και από τον ΠτΔ. Αν και οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ (μην ξεχνάμε ότι τότε η ΔΗΜΑΡ είχε βάλει υπουργούς στην Κυβέρνηση) δεν το υπέγραψαν, το διάταγμα υλοποιήθηκε κανονικά!
  2. βλ. Πολιτική απόφαση ιδρυτικού Συνεδρίου ΣΥΡΙΖΑ, σημείο στ’ (ΟΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΤΟΧΟΙ), υποσημείο 13.16. : «Καταργούμε όλες τις ρυθμίσεις και κρατικές δομές έκτακτης ανάγκης, τα αυταρχικά και κατασταλτικά νομοθετήματα και αναδιοργανώνουμε σε βάθος το πολιτικό σύστημα, εξαλείφοντας κάθε εστία διαφθοράς και διαπλοκής, τηρώντας με συνέπεια τη διάκριση των εξουσιών, τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους και αποκαθιστώντας την εύρυθμη και διαφανή λειτουργία όλων των συναφών θεσμών.»

ΠΗΓΗ: http://www.brigada.gr/apopseis/item/143-kratos-ekklisia-aristera