Μερικές σκέψεις πάνω στην υπόθεση της Σαμπιχά Σουλεϊμάν

του « Λένιν Κοκκίνου »

Η περίληψη της Σαμπιχά Σουλεϊμάν στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εξαρχής περίπλοκη και αμφιλεγόμενη ιστορία. Η επιλογή της έγινε (για μία ακόμη φορά) χωρίς να ρωτηθεί ο τοπικός ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος εκ των υστέρων φάνηκε ν’ απορρίπτει κατηγορηματικά τη συμμετοχή της. Ταυτόχρονα αποδείχθηκε πως η δράση της ήταν διχαστική για τους μειονοτικούς πληθυσμούς της Ξάνθης ενώ τυγχάνει της υποστήριξης του κρατικού μηχανισμού και πολιτικών δυνάμεων δεξιάς και ακροδεξιάς απόχρωσης στα πλαίσια μίας συγκεκριμένης διαχείρισης του « μειονοτικού » ζητήματος στην περιοχή.

Η Σαμπιχά Σουλεϊμάν είναι μία Ρομά που ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην υποστήριξη των δικαιωμάτων και της ταυτότητας των Ρομά στην Ξάνθη και στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Κινητοποίησε και κινητοποιήθηκε για τη δημιουργία σχολείων και άλλων υποδομών στους καταυλισμούς των Ρομά που βελτίωσαν σημαντικά τη ζωή των κατοίκων τους. Τα παιδιά των Ρομά, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλη τη χώρα, δεν γίνονταν δεκτά από τα “ελληνικά” σχολεία της Ξάνθης και στέλνονταν στα σχολεία της τουρκικής μειονότητας όπου καλούνταν να μάθουν τουρκικά, μία γλώσσα που δεν μιλούσαν και να αποδεχθούν πως είναι τουρκικής καταγωγής, με αποτέλεσμα να τα εγκαταλείπουν. Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα αντέδρασε η Σουλεϊμάν και άλλοι. Ο ρατσισμός και οι διακρίσεις στις οποίες επέβαλλε τους Ρομά το ελληνικό κράτος συναντήθηκαν με τον αγώνα μίας μειονότητας (της τουρκικής) να διατηρήσει τη συνοχή και την ταυτότητα της μέσα σε αυτό που αντιλαμβάνεται, όχι άδικα με δεδομένο το ιστορικό διώξεων και διακρίσεων που έχει υποστεί, εχθρικό περιβάλλον. Φυσικά μπορούμε να φανταστούμε πως οι Ρομά, ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης, θα υφίστανται ρατσισμό και από τους τουρκικής καταγωγής μουσουλμάνους, όμως αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες του ελληνικού κράτους.

Απ’ ότι φαίνεται η δράση της Σουλεϊμάν αγκαλιάστηκε από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις, αξιοποιούμενη ως εργαλείο ενάντια στην τουρκική μειονότητα. Έτσι άρχισε να παρευρίσκεται σε διάφορα διεθνή φόρα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων υποστηρίζοντας πως η κοινότητα της υφίσταται διακρίσεις κυρίως από την τουρκική μειονότητα η οποία κατ’ εντολήν του τουρκικού προξενείου προσπαθεί να εκτουρκίσει τους Ρομά της Θράκης, ενώ οι ίδιοι είναι και αισθάνονται Έλληνες. Η τακτική του ελληνικού κράτους απέναντι στην τουρκική μειονότητα τα τελευταία χρόνια, είναι ν΄ αρνείται έμμεσα το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού της υποστηρίζοντας πως οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της περιοχής είναι ένα κράμα εθνοτήτων και άρα δεν υπάρχει ένας συμπαγής πληθυσμός τουρκικής καταγωγής που να συνιστά τη μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων.

Στα πλαίσια αυτής της τακτικής το ελληνικό κράτος έγινε υπέρμαχος των δικαιωμάτων των Ρομά στη Θράκη ενώ φυσικά τα αγνοεί ή και τα παραβιάζει ξεδιάντροπα σε όλη την υπόλοιπη επικράτεια. Δια του λόγου του αληθές δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε την τεράστια ρατσιστική καμπάνια κατά των τσιγγάνων με αφορμή την υπόθεση της μικρής Μαρίας. Η πολιτική του ελλ. κράτους συνίσταται στο να στραφεί η μία μειονότητα εναντία στην άλλη και να εμφανιστούν οι μουσουλμάνοι που διεκδικούν ν’ αυτοπροσδιορίζονται Τούρκοι, ως μία μειοψηφία που ελέγχεται από το τουρκικό προξενείο και αποσκοπεί να εκτουρκίσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής παρά το ότι δεν αισθάνονται Τούρκοι. Από αδύναμοι και διωκόμενοι οι τουρκικής καταγωγής δηλαδή, μετατρέπονται σε ισχυρούς και διώκτες μουσουλμάνων που δηλώνουν Έλληνες.

Φέρεται λοιπόν η πιο αδύναμη κοινότητα της περιοχής, οι Ρομά, να υιοθετείται από το κράτος και να γίνεται όπλο κατά της τουρκικής μειονότητας και πιόνι στον ανταγωνισμό με την Τουρκία. Τα δίκαια αιτήματα των Ρομά για υποδομές και ισονομία που θα έπρεπε να εξασφαλίζονται από το ελληνικό κράτος, εμφανίζονται ν’ απειλούνται από τους τουρκικής καταγωγής μουσουλμάνους και το τουρκικό προξενείο. Παράλληλα καλλιεργείται έχθρα ανάμεσα στις δύο κοινότητες που από ένα σημείο και ύστερα έχει αυτονομηθεί και αναπαράγεται από μόνη της. Υπό αυτό το πρίσμα η δράση της Σουλεϊμάν προσλαμβάνεται εχθρικά από την τουρκική μειονότητα της Θράκης, όσο και αν τα δικά της κίνητρα μπορεί να είναι αγνά και δίκαια. Αυτοί φυσικά είναι και οι λόγοι που η συγκεκριμένη Ρομά υποστηρίζεται έντονα από τη Δεξιά και το Φαήλο Κρανιδιώτη μέχρι τη Χρυσή Αυγή και όχι βέβαια η ευαισθησία των τελευταίων για την κατάσταση των τσιγγάνων.

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που οι δίκαιες διεκδικήσεις μίας μειονότητας υφαρπάζονται από ισχυρότερες δυνάμεις και χρησιμοποιούνται γι αντιδραστικούς σκοπούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Κούρδοι του Ιράκ και του Ιράν, εθνότητες έντονα καταπιεσμένες που όμως έφτασαν να γίνουν όπλο του Δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθεια του ν’ αποσταθεροποιήσει τα καθεστώτα των παραπάνω χωρών.

Με δεδομένο αυτό το ιστορικό, η υποψηφιότητα της Σουλεϊμάν δεν έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το ΣΥΡΙΖΑ αφού θα αποξένωνε τη μεγάλη μάζα της μουσουλμανικής μειονότητας. Θα γινόταν αντιληπτή ως υιοθέτηση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ της άτυπης κρατικής πολιτικής απέναντι τους. Πολύ ανησυχητικό όμως είναι και το κίνητρο αυτών που την πρότειναν εξαρχής και επιπόλαια υιοθετήθηκε. Προφανώς αυτοί που την πρότειναν δεν εκτίμησαν την παρέμβαση της για τα δικαιώματα των Ρομά αλλά τη λεγόμενη “εθνική” της δράση, αυτή που υποτίθεται πως αγωνίζεται ενάντια στα σκοτεινά σχέδια της Τουρκίας στην περιοχή να εκτουρκίσει τους μουσουλμάνους με μακροπρόθεσμο στόχο ν’ αποσπάσει τη Θράκη από την Ελλάδα. Υπάρχει δυστυχώς απ’ ότι φαίνεται και μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρό κομμάτι που θεωρεί την τουρκική μειονότητα δούρειο ίππο των Τούρκων και πίσω από αυτούς, των Αμερικάνων, για ν’ αφαιρέσουν εδάφη από την Ελλάδα.

Τέλος, καλό θα ήταν τα διάφορα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να μην εμφανίζονται δημόσια κατηγορώντας τη Σουλεϊμάν για ακροδεξία πολιτική στράτευση. Κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει από τις πολιτικές σχέσεις αλλά και τις δηλώσεις της ίδιας. Η υπόθεση είναι πολύ πιο περίπλοκη ώστε να διαφωτιστεί με έναν απλό χαρακτηρισμό. Ας μην προσπαθούν να συγκαλύψουν τη δική τους γκάφα χαρακτηρίζοντας ακροδεξιά τη Σουλεϊμάν.