Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις

Γράφει ο Παύλος Δημητσάνος

Ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα είναι να μιλήσεις για την ποίηση.

Πάντα διακατέχεσαι από το συναίσθημα του δέους.

Μήπως πεις περισσότερα από όσα χρειάζεται.

Η πάλι μήπως πεις λιγότερα από όσα πρέπει.

Και αυτό το συναίσθημα δεν το λύνει ούτε η γνώση ούτε η δημοσιογραφική εμπειρία.

Και όταν πρόκειται για τον Γιάννη Ρίτσο αυτό το συναίσθημα θα συνοδεύει την κάθε σου λέξη.

Γιατί για να μιλήσεις για το Ρίτσο θα πρέπει να μιλήσεις για τον άνθρωπο, για τα βάσανα του και τα όνειρά του.

Και για να μιλήσεις για τον άνθρωπο θα πρέπει να τον έχεις αγαπήσει όπως τον αγάπησε ο Ρίτσος.

Με όλη σου την καρδιά.

Για να μιλήσεις για τον Ρίτσο θα πρέπει να έχεις στον νου σου την ιστορία της πάλης των τάξεων γιατί η ποίηση του Ρίτσου βρέθηκε πάντα παρούσα στις κορυφαίες στιγμές της.

Έτσι δεν γίνεται να ξεχωρίσεις την ποίηση αυτή σε πολιτική, ερωτική, υπαρξιακή.

Είναι σαν να μιλάς για το μυαλό και να αγνοείς την καρδιά. Σαν να μιλάς για τα δάκτυλα και να αγνοείς την παλάμη.

Γιατί δεν γίνεται να ξεχωρίσεις το σύννεφο και να μην δεις την καταιγίδα που φέρνει. Να επικεντρωθείς στο σεληνόφως και να μην δεις την ανυπότακτη πολιτεία.

Γιατί δεν γίνεται να ξεχωρίσεις την αναπνοή του Ρίτσου από τα κοινωνικά γεγονότα.

Για αυτό είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον Ρίτσο παρά μόνο αν τον πλησιάσεις με την καρδιά σου. Και είναι αυτός ο δρόμος, ίσως ο μόνος δρόμος για να φτάσεις την υψηλή τέχνη.

assets_LARGE_t_420_2243235

Ήταν μικρό παιδί όταν ξέσπασε ο παγκόσμιος πόλεμος, μετά η επανάσταση των Μπολσεβίκων, εκείνη η επέλαση του σημαντικότερου ονείρου στην ιστορία του ανθρώπου, η ίδρυση του κομμουνιστικού κόμματος, η μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή που την ακολούθησε τόσο βέβαιη εκ των προτέρων όσο βέβαιο είναι ότι η φωτιά αφήνει πίσω της κάρβουνα.

Εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένοι ήρθαν τότε στην Ελλάδα και στοιβάχτηκαν πάνω στην δυστυχία στην οποία στοιβαζόταν και ο υπόλοιπος λαός. Η Μονεμβάσια και το Γύθειο μπορεί να μην βρισκόταν στο κέντρο των γεγονότων όμως όταν πέσει ένας βράχος στην λίμνη ατέλειωτοι κύκλοι γνωστοποιούν το γεγονός σε ολόκληρη την έκταση του νερού.

Τότε, το 1921 ο Ρίτσος, γράφτηκε στο γυμνάσιο του Γυθείου. Τότε για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τον ανθρώπινο πόνο. Πέθανε από φυματίωση ο αδελφός του και μετά από τρεις μήνες η μητέρα του. Ο θάνατος σημάδεψε την ζωή του με μια απέραντη αγάπη για την ζωή.

Στα 1925, όταν τελείωσε το γυμνάσιο ήρθε στην Αθήνα με την αγαπημένη του αδερφή Λούλα. Εδώ αντίκρισε μια άλλη πραγματικότητα που περιέχει τον σκληρό πόνο όχι του αποχωρισμού και του θανάτου, μα της εκμετάλλευσης και της αθλιότητας που μπορεί να βουλιάξει ένας άνθρωπος χωρίς να το έχει επιλέξει. Αυτές οι εικόνες της άθλιας Αθήνας του 1925 πλέχτηκαν με μια ακόμα προσωπική τραγωδία. Ο πατέρας του που ήταν πλούσιος κτηματίας χρεωκόπησε, πέρασε στο σκοτεινό σύμπαν της τρέλας και κλείστηκε στο ψυχιατρείο του Δαφνίου. «Ό,τι αγάπησε ο Ρίτσος μέχρι τότε του το πήρε ο θάνατος και η τρέλα. Η ποίηση ίσως ήταν το καταφύγιο που φθονούσε και έτσι άρχισε να στέλνει στίχους στο περιοδικό “Η διάπλαση των παίδων” που διηύθυνε ο Ξενόπουλος χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Ιδανικό Όραμα. Η Τρέλα και ο Θάνατος του είχαν ανοίξει την πόρτα στο μεγάλο του ταξίδι.

Όμως η ποίηση δεν σε βοηθάει να ζήσεις και ο Ρίτσος στην Αθήνα έπρεπε να ζήσει. Έγινε τότε αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα και βοηθός βιβλιοθηκάριου στο Δικηγορικό Σύλλογο. Ήταν τα χρόνια που η κοινωνική και πολιτική κρίση που γεννήθηκε από τις συμφορές του παγκοσμίου πολέμου και της μικρασιατικής εκστρατείας γέννησε με την σειρά της ρεύματα μηδενισμού στην τέχνη. Η Παρακμή γινόταν η πρώτη ύλη μιας ολόκληρης γενιάς, ο πεσιμιστικός μηδενισμός και ο κοσμοπολιτισμός που έρχονταν από την παρακμασμένη δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία. Ήταν τα χρόνια πριν πάει ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα. Ενάντια σε αυτή την παρακμή, ισχυριζόταν τότε ότι στέκονταν ένα ρεύμα εθνικιστικής λογοτεχνίας βαθιά επηρεασμένο από τις νεραϊδοπαρμένες φιλοσοφίες του Νίτσε, που κύρρητε ένα είδος λατρείας του ελληνισμού που η ιστορικές συνθήκες τον είχαν ξεχωρίσει. Μετά την μικρασιατική καταστροφή αναπτύχθηκε ραγδαία ένα άλλο ρεύμα που επηρεασμένο από την σοβιετική επανάσταση και την άνοδο της εργατικής τάξης και του κόμματος της θέλησε να δημιουργήσει ένα πολιτισμό θεμελιωμένο στην λαϊκή τέχνη και κυρίως στην ζωή της φτωχολογιάς.

Ο Ρίτσος γράφτηκε στην νομική το 1926 όμως δεν του έμελλε να φοιτήσει γιατί εν τω μεταξύ προσβλήθηκε από φυματίωση. Στις αρχές του 1927 σε ηλικία 18 ετών μπήκε στην Σωτηρία. Εκεί όπως έλεγε ο ίδιος συνειδητοποίησε αυτό που είχε μέσα του σαν φυσική τάση. Η Σωτηρία εκείνα τα χρόνια ήταν χώρος που νοσηλεύονταν αυτοί που κτυπιόντουσαν αμείλικτα από την φυματίωση. Και αυτοί ήταν οι εργάτες που δούλευαν σε απάνθρωπες φάμπρικες και οι φτωχοί άνθρωποι που έμεναν στις ανήλιαγες και υγρές τρύπες των εργατικών συνοικιών. Εκεί, στο τρομερό και μόνο στο άκουσμα, σανατόριο συναντιόντουσαν με τους φυματικούς κομμουνιστές που η ζωή τους εκείνα τα χρόνια μοιραζόταν ανάμεσα στις φυλακές και τα σανατόρια. Έτσι εκείνος ο χώρος που είχε σχεδιαστεί για τον θάνατο είχε μετατραπεί σε μια μήτρα ζωής αφού ήταν ένα από τα κύτταρα της διάδοσης των μαρξιστικών ιδεών. Των ιδεών που δεν παραδέχονται τον θάνατο. Εκεί ο 18χρονος Ρίτσος, γόνος ξεπεσμένων πια αριστοκρατών, γνωρίστηκε με αυτές τις ιδέες που σφράγισαν για πάντα την ζωή του και το έργο του. Ποτέ δεν ξέχασε τον άνθρωπο που του έδειξε τον δρόμο με τα χιλιάδες χιλιόμετρα» που έπρεπε να περπατήσει «χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια» για να φέρει στο λαό «ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα» και να υψώσει έτσι την ποίηση από τον μικρόκοσμο της ασήμαντης ύπαρξης στα απέραντα σύμπαντα της ανθρώπινης ιστορίας.

νεος

Ο δάσκαλος που δίδαξε τον Ρίτσο τις πιο υψηλές αξίες που γνώρισε η ανθρωπότητα, τις κομμουνιστικές αρχές και επιδιώξεις, ήταν ο Βασίλης Γεράγγελος, ένας κομμουνιστής που εκτελέστηκε στην κατοχή από τους Γερμανούς. Πάντα ο Ρίτσος θυμόταν με συγκίνηση αυτόν τον άνθρωπο. Στη Σωτηρία ο Ρίτσος γνωρίστηκε και με την Μαρία Πολυδούρη αλλά και με τον Άγγελο Σικελιανό που επισκεπτόταν συχνά την τραγική ποιήτρια. Εκεί άρχισε συστηματικά τη μελέτη, με κύριο βάρος στο έργο του μεγάλου κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη. Μαζί με τις κομμουνιστικές ιδέες άρχισε να εγκυμονεί και η ποίηση. Μέχρι το 1930 η ζωή του ήταν ένα συνεχές γύμνασμα πάνω στον νέο κόσμο που είχε γνωρίσει αλλά και μια συνεχής μεταφορά σε σανατόρια της περιοχής Χανίων στην Κρήτη.

Εκεί, στο άσυλο φυματικών του Καψαλώνα εξεγέρθηκε από τις άθλιες συνθήκες ζωής των ασθενών και διαμαρτυρήθηκε δημόσια. Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα και συνδέθηκε με της ΟΚΝΕ και με την εργατική λέσχη και ανέλαβε το καλλιτεχνικό τους τμήμα. Επίσης συνεργάστηκε και με το περιοδικό Πρωτοπόροι που εκδιδόταν τότε και εξέφραζε το πολιτιστικό κίνημα που ήταν συνδεδεμένο με το κομμουνιστικό κίνημα. Για να συνεχίσει να ζει στράφηκε στο εμπορικό θέατρο και συμμετείχε σε παραστάσεις ως ηθοποιός, σκηνοθέτης αλλά και χορευτής αφού είχε σπουδάσει χορό όταν ήρθε στην Αθήνα στις αρχές τις δεκαετίας του 20 στη σχολή Μοριάνοφ. Λίγο αργότερα, και ενώ στον καινούργιο του κόσμο κυριαρχούσε, εκτός από την λάμψη των καινούργιων ιδεών, η φυματίωση και η φτώχεια, προσλήφθηκε σαν διορθωτής κειμένων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη. Μάλιστα για να εξασφαλίσει τα αναγκαία για να ζήσει και αυτός και η αδελφή του έπαιξε στο θέατρο Κυψέλης και μετά με τους θιάσους Ριτσιάδη και Μακέδου.Και συνέχισε να γράφει.

Ήταν πια στα 1934 όταν είδε να εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τρακτέρ. Σε εκείνη την συλλογή φανερώθηκε πόσο ο 25χρονος Ρίτσος φωταγωγήθηκε απο τις ιδέες της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ποιήματα από την συλλογή είναι αφιερωμένα στον Μάρξ, στον Λένιν και στην Σοβιετική Ένωση την οποία προσφωνούσε σαν συντρόφισσα Ρωσία.

RITSOS-2.TIF

Παράλληλα ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον Ριζοσπάστη με το ψευδώνυμο Σοστίρ, Ρίτσος δηλαδή γραμμένο ανάποδα, και το 1934 έγινε μέλος του ΚΚΕ. Αυτή την ιδιότητα διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του μπλεγμένη με την ιδιότητα του ποιητή. Κανείς όψιμος της ποίησης και λεξιθήρας της υποκρισίας δεν μπορεί να τις αποσπάσει. Ήταν τότε τα χρόνια που η αστική δημοκρατία έπνεε τα λοίσθια, αφού το εργατικό κίνημα και το ΚΚΕ έπρεπε να αντιμετωπιστούν με πιό δραστικές μεθόδους που δεν ήταν άλλες απο τον απροκάλυπτο και βάρβαρο φασισμό. Που δεν άργησε να εκφραστεί.

Μόλις που είχε κλείσει τα 27 όταν στην Θεσσαλονίκη ξεκίνησε μια μεγάλη απεργία των καπνεργατών. Τον Μάιο του 1936. Το ξημέρωμα του Σαββάτου 9 Μαΐου 1936 βρήκε την πόλη κατεχόμενη. Χιλιάδες εργαζόμενοι συμμετείχαν στην Απεργία συμπαράστασης στους απεργούς καπνεργάτες που είχε καλέσει η καπνεργατική ομοσπονδία. Μια μεγάλη διαδήλωση τότε πλημμύρισε την Εγνατίας με κατεύθυνση το διοικητήριο. Όταν η πορεία έφτασε στη γωνία Εγνατίας και Βενιζέλου πάνοπλοι χωροφύλακες, πεζοί και έφιπποι τις έφραξαν τον δρόμο. Τότε το πλήθος έγινε ασυγκράτητο και τις αρχικές αψιμαχίες ακολούθησε μαζικό πυρ. Όταν ο κόσμος και ο καπνός από το μπαρούτι διαλύθηκαν κάποιος έμεινε πεσμένος και ασάλευτος στη διασταύρωση των δρόμων Συγγρού και Πτολεμαίων .Ήταν ο πρώτος νεκρός εκείνου του Μαΐου. Ο 25χρονος κομμουνιστής Τάσος Τούσης, οδηγός, από το Ασβεστοχώρι.

mahs-1936_nekros-ergathskentrikh

Και τότε ο φωτορεπόρτερ του Ριζοσπάστη την είδε γονατισμένη πάνω από το κουφάρι του Τούση, με τα χέρια ορθάνοικτα να θρηνεί μέσα στο δρόμο με τα ίχνη της σκληρής οδομαχίας παντού γύρω της και την ερήμωση παντού μέσα της. Ήταν η μάνα του. Εκείνο το επιτάφιο πήρε στους ώμους των στίχων του ο Γιάννης Ρίτσος και συγκλονισμένος ανέλαβε να συνεχίσει την περιφορά του στην ιστορία της τέχνης και της παγκόσμιας ποίησης. Ανέλαβε να ανυψώσει το μοιρολόι εκείνης της Πανανθρώπινης μάνας στους ουρανούς της ταξικής πάλης, που βρίσκεται η αληθινή αγάπη για τη ζωή. Κλείστηκε στην σοφίτα της οδού Μεθώνης στα Εξάρχεια που έμενε τότε και συνέθεσε μέσα σε μια νύχτα ένα από τα σπουδαιότερα ποιητικά έργα στην ιστορία της παγκόσμιας ποίησης. Τον Επιτάφιο. Το ξημέρωμα της άλλης μέρας τον βρήκε αιμόφυρτο πάνω στο τραπέζι. Τα τελευταία χειρόγραφα του «Επιτάφιου» είχαν κοκκινίσει από το αίμα του. Είχε πάθει αιμόπτυση. Στις 12 Μαΐου ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε τρία μέρη με τίτλο μοιρολόι ενώ μέσα σε λίγες μέρες εκδίδεται σε 10000 αντίτυπα που πουλιόντουσαν όπως το ψωμί στους πεινασμένους. Η δικτατορία το Μεταξά κατάσχεσε λίγους μήνες αργότερα όσα αντίτυπα είχαν απομείνει και τα έριξε στην πυρά μαζί με άλλα βιβλία στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

RITSOS-1.TIF

Ξανά το σανατόριο. Στην Πάρνηθα αυτή τη φορά.

SANAPARN

Την ίδια περίοδο και η αδελφή του Λούλα μπήκε στο Δαφνί. Της αφιερώνει τότε το σπαραχτικότερο ίσως ποίημα του που είναι “Το τραγούδι της Αδελφής μου¨”.

«Το λιγνό σώμα σου περιτυλίγεται τον τεφρό μανδύα της αλλοφροσύνης. Τα μάτια σου απομείνανε δύο πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες οι σκιές του παρελθόντος. Αδελφή μου, θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ κατάντικρυ στον ήλιο και των στίχων τους κίονες να υψώσω προς το κυανό διάστημα για να περπατείς τα βράδια».

Ο Κωστής Παλαμάς, συγκλονισμένος απ’ το «Τραγούδι της αδελφής μου», και αφού ο ίδιος είχε θρηνήσει στο ποίημά του «Ο Τάφος» το θάνατο του γιου του, έγραψε στο «Ελεύθερο Βήμα» στις 26 Ιουνίου 1938: «Σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιας πλάσης ρυθμός, παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις». Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί η “Εαρινή Συμφωνία” και φεύγει από την ζωή ο πατέρας του. Το 1940 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή “Το Εμβατήριο του Ωκεανού”, τότε που άκουσε το τραγούδι της θάλασσας και δε μπορούσε πια να κοιμηθεί. Στο εμβατήριο του ωκεανού χρησιμοποίησε ελεύθερο στίχο και απαλλάχτηκε ακόμα και από τα θραύσματα της καθαρεύουσας.

«Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια. Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες κάτω απ΄ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα κάτω απ΄ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους κάτω απ΄ τα μέγαρα που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή».

Στα 1940 ξεκίνησε ο Πόλεμος στην Αλβανία. Εκείνο το προανάκρουσμα μιας μεγαλειώδους δεκαετίας με την οποία ο Ρίτσος και η ποίησή του είναι αξεδιάλυτα δεμένη. Τότε έγραψε την “Τελευταία προ ανθρώπου εκατονταετία”. Όλο το ποίημα είναι σπαρμένο με δεκανίκια απο την Αλβανία, με ξύλινα πόδια, με το πύο των κρυοπαγημάτων, την μυρωδιά του χλωροφόρμιου, τα ακρωτηριασμένα χέρια. «Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες, πάνου στο χιόνι, άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι, ένα χέρι άλλος ένα κομμάτι απ’ την ψυχή του». Μετά ήρθαν οι Γερμανοί. «Όμως δεν έκλαψε κανένας» έγραφε «Δεν υπήρχε καιρός».

Το 1941 ιδρύθηκε το ΕΑΜ. Νωρίτερα το εργατικό ΕΑΜ του οποίου έγινε μέλος. Το 1942 έγινε μέλος του ΕΑΜ, στον Μορφωτικό τομέα. Στο σπίτι του συνεδρίαζε η Κομματική Οργάνωση των Διαφωτιστών με την Ηλέκτρα Αποστόλου. Ο ίδιος αρθρογραφούσε σε παράνομα έντυπα του ΕΛΑΣ. Η υγεία του επιδεινώθηκε. «Εμείς δε θέλαμε ποτέ να πεθάνουμε έγραφε. Εμείς μπορούσαμε να πεθάνουμε να πεθάνουμε μόνο για τη ζωή». Ακόμα και κατάκοιτος συνέχισε να αναλαμβάνει αποστολές που του ανέθετε το κόμμα και το ΕΑΜ.Και στα μικρά διαλείμματα του θανάτου έλαμπε η ποίηση του. Στην κατοχή εξέδωσε μέσα από αφάνταστες δυσκολίες της ποιητικές συλλογές παραμονές του ήλιου που απαγορεύτηκε από τη γερμανική λογοκρισία και την «παλιά Μαζούρκα σε ρυθμό βροχής».

«Πρώτη φορά» έγραφε «σε σύσκεψη δική μας ανοικτά τα παράθυρα. Ήταν η απελευθέρωση. Ομορφες μέρες… Δεν προφτάσαμε να τις χαρούμε». Μετά αποβιβάστηκαν οι Άγγλοι «Κι είδαμε τους προδότες να φτύνουν τους ήρωες». Κι είδαμε πολύ χακί έξω απ’ τις πόρτες μας. Οπως στον καιρό της κατοχής». Για 33 μέρες η Αθήνα και ο Πειραιάς θύμιζαν το Παρίσι στα χρόνια της Κομμούνας, την Πετρούπολη και το Βερολίνο, την Βαρκελώνη και το Στάλιγκραντ. Ο Ρίτσος πολλές φορές βρέθηκε με αποστολή του κόμματος στην ελεύθερη μα πολιορκημένη Καισαριανή. Όλο του το αρχείο κάηκε στην διάρκεια εκείνων των συγκρούσεων. Ανάμεσα του τα πρώτα του ποιήματα και μερικά θεατρικά γραμμένα για το θέατρο του ΕΑΜ.

dsc041161

Τότε ήρθε η ήττα και η αποχώρηση του ΕΛΑΣ. Ο Ρίτσος πήγε στην Λαμία και μετά στον Βόλο. Εκεί συναντήθηκε με τον Βελουχιώτη. Στην συνέχεια πήγε στα Τρίκαλα και συνέβαλε με όλη του την ψυχή στην δημιουργία του θεάτρου του λαού. Μετά στάλθηκε στην Κοζάνη στο Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας του ΕΑΜ. Καθοδόν έγραψε το μονόπραχτο “Η Αθήνα στα Άρματα” που ανέβηκε στην σκηνή του λαικού θεάτρου και αποτέλεσε τη βάση του τρίπρακτου έργου «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισιών». Μετά τη Βάρκιζα επέστρεψε στην Αθήνα. Συνεργάστηκε τότε με το περιοδικό τέχνης “Ελεύθερα Γράμματα” και συμμετείχε στο καλλιτεχνικό τμήμα της ΕΠΟΝ επιφορτισμένος να παρακολουθεί την ομάδα των νέων καλλιτεχνών. Στη χώρα απλώνονταν ο τρόμος. Οι αλαλαγμοί εκείνων που νίκησαν αντηχούσαν τις νύχτες με τις οιμωγές των άοπλων που δολοφονούνταν ή βασανίζονταν. Τότε έγραψε δύο σπουδαία ποιήματα που εκδόθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Την «Κυρά των Αμπελιών» και την «Ρωμιοσύνη» που διαπνέεται από ολόκληρο το μεγαλείο εκείνου του αγώνα.

Και αν τότε η ζωή του ανθρώπου ήταν χωρίς αξία για τα σκυλιά που την τριγύριζαν οι ποιητές τι ήταν; Τον Ιούλιο του 1948 συνελήφθη και εκτοπίστηκε στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Τον Μάιο του 1949 μεταφέρθηκε στην Μακρόνησο. Εκεί περπάτησε τον θάνατο δίχως να σκοντάψει αφού αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση. Η εξορία στην Μακρόνησο έγινε για τον Ρίτσο ένα σύμπαν έμπνευσης μέσα από το οποίο απέσπασε μερικά από τα μεγαλύτερα έργα στην ιστορία της τέχνης του, γραμμένα σε πακέτα τσιγάρων, τσιγαρόχαρτα, κάτω από το φαναράκι της σελήνης, κάτω από το αχόρταγο μάτι του Αλφαμίτη. Συνεξόριστοί του, κυρίως ο Κατράκης, έκρυβαν τα ποιήματά του μέσα σε μπουκάλια και τα έθαβαν. Από αυτά τα μπουκάλια που κρύφτηκαν στη ζεστή μήτρα του χώματος γεννήθηκαν το «Ημερολόγιο Εξορίας», το «Καπνισμένο Τσουκάλι». Ο «Πέτρινος  Χρόνος».

RITSOS8.TIF

Σε αυτό το Αιγαίο ο Ρίτσος έγραψε το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί», «Αγαπημένε μου Ζολιό, σου γράφω απ’ τον Αη Στράτη. Βρισκόμαστε εδώ πέρα κάπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι». «Ανθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο». «Ανθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως κι εσύ τη λευτεριά και την ειρήνη». Το ποίημα αυτό μέσω του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ έφυγε έξω από τη χώρα και η καρδιά του Ρίτσου αντήχησε κάνοντας την Ευρώπη να ανατριχιάσει. Ένα κίνημα διαμαρτυρίας είχε ξεσηκωθεί τότε στην Ευρώπη για να απελευθερωθεί ο Ρίτσος από την εξορία που κρατούνταν. Κάτω από το βάρος αυτών των διαμαρτυριών απολύθηκε τελικά από την Μακρόνησο αλλά λίγο μετά συνελήφθη πάλι και οδηγήθηκε στον Αη Στράτη.

exoristoi-ston-ai-strati-diakrinontai-oi-katrakis-kai-ritsos-1952

SYN-06.TIF

Στον Άη Στράτη έμαθε ο Ρίτσος την εκτέλεση του Μπελογιάννη. «Εσύ απόδειξες πόσο μικρή είναι η λευτεριά, να φιλάς ένα στόμα, να κάθεσαι βουβός στο πεζούλι της βραδιάς. Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρίφαλο απ’ τον κόρφο σου για να μοσχοβολάν τα σύμπαντα Θυσία και ειρήνη».

Η διεθνής κατακραυγή για ένα καθεστώς που φυλακίζει τους ποιητές, τους νομοθέτες του κόσμου όπως άρεσε στον Ρίτσο να τους αποκαλεί, οδήγησε στην απόλυσή του. Το 1952. Τότε εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της νεοσύστατης ΕΔΑ και ξεκίνησε να συνεργάζεται με την Αυγή. Στα χρόνια αυτά της θύελλας, της ποίησης και της επανάστασης ο έρωτας ήταν πάντα εκεί να τα καθαγιάζει. Το 1953 γνωρίστηκε με την γιατρό Γαριφαλιά Γεωργιάδου. «Με τα τέσσερα παράθυρά μου ολάνοιχτα στον κόσμο που τον συγύρισε με το γλυκό της βλέμμα η Φαλίτσα» έγραφε. Το 1954 παντρεύτηκαν και το 1955 γεννήθηκε η κόρη τους Ελευθερία. Μαζί της γεννήθηκε και ένα καινούργιο φως στην ζωή μου έγραψε σφραγίζοντας με την πιο υψηλή έκφραση δημιουργίας σχεδόν τριάντα χρόνια ποίησης και κοινωνικής δράσης.

RITSOS10.TIF

Το 1956 ο Ρίτσος έγραψε την «Σονάτα του Σεληνόφωτος», το ποίημα που σύμφωνα με τον Λουί Αραγκόν ήταν το σπουδαιότερο του 20ου αιώνα.

«Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματα σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα».

Η Σονάτα η οποία μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες κάνοντας τον γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, βραβεύτηκε με το πρώτο κρατικό ποίησης ενώ την ίδια χρονιά ο Ρίτσος ταξίδεψε με άλλους διανοούμενους και δημοσιογράφους στην Σοβιετική ‘Ενωση. Τις εντυπώσεις του από εκείνο το ταξίδι δημοσίευσε στην Αυγή. Και όταν το 58 συμμετείχε σε ένα αφιέρωμα του περιοδικού επιθεώρηση τέχνης για τα 40 χρόνια της Οκτωβριανής επανάστασης βρέθηκαν ξανά στο κατόπι του οι κρατικές αρχές και διώχτηκε ποινικά μαζί με τον Βρεττάκο και τον Μάρκο Αυγέρη. Στην Γαλλία ξεσηκώθηκε τότε θύελλα αντιδράσεων.

 

Εκείνη την εποχή συνεχίζει τα ταξίδια του για να γνωρίσει τον σοσιαλισμό. Επισκέφθηκε την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Ανατολική Γερμανία την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία. Στην Ρουμανία μάλιστα συναντήθηκε με τον Tούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ με τον οποίο συνδέθηκε με δυνατή φιλία. Μάλιστα ένα χρόνο αργότερα το 1963 έκανε ίσως την σημαντικότερη μετάφραση του ποιητικού έργου του Χικμέτ στα Ελληνικά. Ἡ λογοκρισία είχε αρχίσει ξανά να απαγορεύει τα ποιήματα του αρχίζοντας από τις μεταφράσεις τόσο του Χικμέτ, όσο και του Μαγιακόφσκι και του Ούγγρου ποιητή Αττίλα Γιόζεφ. Ο Επιτάφιος του όμως είχε ήδη μελοποιηθεί από τον Θεοδωράκη με τον οποίο επισκέφθηκε στο νοσοκομείο τον Λαμπράκη, τότε που είχε χτυπηθεί θανάσιμα από τα όργανα του παρακράτους στην Θεσσαλονίκη. «Έπεσε το μεγάλο δέντρο» έγραψε.

Στις εκλογές του 1964 ο Ρίτσος ήταν υποψήφιος της ΕΔΑ. Τα βιβλία με τα ποιήματα του βρίσκονταν στην μαύρη λίστα. Το 1966 ταξίδεψε στην Κούβα του Φιντέλ Κάστρο ενώ στην Ελλάδα κυκλοφορούσε ήδη η Ρωμιοσύνη, μελοποιημένη από τον Θεοδωράκη. Η ποίηση του αλλά και η αγέρωχη στάση του ήταν ξανά καρφί στα μάτια του καθεστώτος που δεν τον ξέχασε όταν κύλησαν τα τανκς της χούντας στους δρόμους τον Απρίλιο του 1967. Ήταν τότε 58 ετών. Η ποίησή του απαγορεύτηκε και ο ίδιος τράβηξε ξανά τον παλιό όσο και γνώριμο δρόμο της εξορίας. Από την εξορία κατάφερε να φυγαδεύσει στο εξωτερικό, σαν μηνύματα μέσα σε μπουκάλια προς τους ελεύθερους ανθρώπους τα ποιήματα «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», που τα μελοποίησε ο Θεοδωράκης που βρισκόταν στην Γαλλία και τα παρουσίασε σε συναυλίες συμβάλλοντας στην αντιδικτατορική θύελλα που ξέσπασε τότε στο εξωτερικό με αίτημα και την απόλυση του από την εξορία.

Το 1968 η υγεία του είχε καταπονηθεί με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της Αθήνας “Άγιος Σάββας”, με υποψία καρκίνου. Χειρουργήθηκε και μετά 40 μέρες επέστρεψε στο στρατόπεδο της Γυάρου. Λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στο Καρλόβασι Σάμου, όπου η γυναίκα του ασκούσε την ιατρική, και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

dsc041271

Το 1970 άρθηκε ο κατ’ οίκον περιορισμός αφού ο ποιητής τιμήθηκε με την θέση του μέλους ακαδημίας επιστημών και γραμμάτων του Μάιντς της δυτικής Γερμανίας και προσκαλέστηκε σε διεθνές συνέδριο ποίησης στο Λονδίνο. Η Χούντα για να του δώσει διαβατήριο του ζήτησε να σταματήσει να την επικρίνει. Ο Ρίτσος αρνήθηκε και τότε συνελήφθη ξανά και υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Σάμο σε ξανά κατ οίκον περιορισμό. Νέες διαμαρτυρίες από την διεθνή κοινότητα ανάγκασαν την Χούντα να του επιτρέψει την μετακίνησή του στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε αυτή την τρικυμία πάντα έβρισκε τον χρόνο να βάλει την ψυχή του στα λιμάνια της ποίησης. Έργα όπως ο Ορέστης, ο «Αγαμέμνων», ο «Αίας»,η «Χρυσόθεμις», η «Ισμήνη», ο «Διάδρομος και Σκάλα», η «Μανταφόρες» και η «Γκραγκάντα» γράφτηκαν εκείνα τα χρόνια.

Το 1973 έζησε από κοντά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και συμμετείχε στις διαδηλώσεις των εργαζομένων και των φοιτητών. Η χούντα έπεσε και τότε ανάμεσα σε άλλα φάνηκε η γενική λαϊκή παραδοχή για τον ποιητή. Αυτή η παραδοχή ήταν το μεγαλύτερο βραβείο του.

 

Το ’75 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τότε βουλευτές, ακόμα και από τον συντηρητικό χώρο τον πρότειναν για το βραβείο ΝΟΜΠΕΛ. Το οποίο δεν έλαβε ποτέ.

Το 1974 η Βουλγαρία του απένειμε το Βραβείο Δημητρώφ.

Το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη. Το 1983 έγινε μέλος της Επιτροπής Απονομής του βραβείου “Λένιν” και το 1984 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου “Καρλ Μαρξ” της Λειψία.Το 1989 του απονεμήθηκε  ο μεγάλος Αστέρας της “Φιλίας των Λαών” στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία.

SYN-14.TIF

 

 

Στις 11 Νοεμβρίου 1990 ο Ρίτσος έφυγε από την ζωή

 

assets_LARGE_t_942_7202767

 

Για όλους εκείνους που ομφαλοσκοπούν την σιωπή τους περιφέροντας την ποίηση σαν τρόπαιο της υποταγής τους, επιδοτούμενοι στιχοπλόκοι του υπουργείου πολιτισμού, έρμαια της μοναξιάς τεσσάρων τοίχων, που δεν γνωρίζουν ότι για να πατάς με το ένα πόδι στον ουρανό πρέπει να πατάς και τα δύό σου πόδια στην γη, πρέπει να τους πούμε ότι δεν γίνεται να κόψεις τον Ρίτσο από τον εαυτό του γιατί ακόμα και με την σιωπή του, εκείνες τις λίγες φορές της σιωπής του είναι συνδεδεμένος με την κομμουνιστική επανάσταση.

Δεν μπορείς να τον αποκόψεις από αυτό όπως δεν μπορείς να αποκόψεις τον Κάλβο από την επανάσταση του 21, τον Καβάφη από την Αλεξάνδρεια, τον Καρούζο από το υπόγειο της τέχνης του, τον Καρυωτάκη από την Πρέβεζα, τον Μαγιακόφσκι από την Οκτωβριανή επανάσταση, τον Πούσκιν από τους Δεκεμβριστές.

Όλοι αυτοί που χύθηκαν σαν ύαινες να λεηλατήσουν το σώμα του ποιητή και οι άλλοι που τον αποσιώπησαν και τον αποσιωπούν θα πρέπει να θυμούνται ότι ο Ρίτσος ήταν ποιητής όχι γιατί συνταίριαζε σωστά τις λέξεις αλλά γιατί ήταν υποκείμενο της ιστορίας και η ποίηση του ήταν η ίδια του η ζωή που ήταν δεμένη με την επανάσταση όπως δεμένη με την επανάσταση είναι η ζωή κάθε μέλους του ΚΚΕ.

Και κάτι ακόμα. Είναι άλλο να νιώθεις εξόριστος σε μια σοφίτα στο Γκάζι ή στα Εξάρχεια αγκαλιά με το πληκτρολόγιο και άλλο να είσαι εξόριστος στην Μακρόνησο και να γράφεις, με μελάνι το αίμα σου το ίδιο.

 

ΠΗΓΗ: http://redflecteur.wordpress.com/2014/04/30/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/